Καινούριο video, φωτογραφία, ανέκδοτο;
Στείλτο μας στο geladeros@gmail.com και θα το δεις on-line

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Ιρλανδικά ανέκδοτα


Ο Πάντυ οδηγεί για τέταρτη φορά γύρω από το τετράγωνο ψάχνοντας απελπισμένα για θέση πάρκινγκ. Βιάζεται γιατί έχει ένα σπουδαίο ραντεβού και αν δεν βρει κάτι στα επόμενα λίγα λεπτά θα έχει μεγάλο πρόβλημα.
Απελπισμένος όπως είναι, σκέφτεται να βάλει τα «μεγάλα μέσα»!
Υψώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό λέει: «Θεέ μου, λυπήσου με. Αν μου βρεις μια θέση πάρκινγκ σου υπόσχομαι ότι θα αρχίσω να πηγαίνω στην εκκλησία κάθε Κυριακή για όλη μου τη ζωή και θα σταματήσω να πίνω το αγαπημένο μου Ιρλανδέζικο Ουίσκι»!
Ω του θαύματος, την επόμενη στιγμή, αδειάζει μια θέση αμέσως μπροστά του.
Ο Πάντυ, ξανακοιτάζει προς τον ουρανό και λέει! «Ας το, ξέχασέ το. Μόλις βρήκα μια θέση»!

=============================================

Ο Πάτερ Μέρφυ μπαίνει σε μία Παμπ στο Μπέλφαστ και ρωτάει τον πρώτο θαμώνα που συναντάει: «Τέκνο μου, θέλεις να πας στον παράδεισο»;
Ο άνθρωπος απαντάει: «Θέλω, Πάτερ»!
«Εν τάξει», του λέει ο παπάς, «τότε έλα εδώ και στάσου μπροστά από τον τοίχο».
Το ίδιο συμβαίνει με αρκετούς ακόμα θαμώνες που όλοι είναι παραταγμένοι μπροστά στον τοίχο.
Τέλος ο Πάτερ πάει προς τον Ο'Τουλ και του κάνει την ίδια ερώτηση: «Θέλεις να πας στον Παράδεισο»;
«Όχι πάτερ, δεν θέλω»!
«Τι, με αυτό εννοείς ότι δεν θέλεις να πας στον Παράδεισο όταν πεθάνεις»; Ρωτάει έκπληκτος ο Πάτερ.
Και ο Ο'Τουλ απαντάει. «Α, όταν πεθάνω ΝΑΙ, βέβαια. Εγώ νόμισα ότι μάζευες μια ομάδα πιστών για να πάνε στον Παράδεισο αμέσως τώρα»!

=============================================

Ο Γκάλαχερ ανοίγει τη σελίδα της πρωινής του εφημερίδας στη στήλη με τις αναγγελίες θανάτων και με έκπληξη διαβάζει ότι . έχει πεθάνει! Αμέσως παίρνει στο τηλέφωνο τον φίλο του τον Φίνεϋ.
«Είδες την εφημερίδα»; Τον ρωτάει. «Λένε ότι πέθανα»!
«Ναι, το είδα», απαντάει ο Φίνεϋ. «Από πού στο καλό τηλεφωνείς»;

===================================================

Ένας Ιρλανδός παπάς οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο και τον σταματούν για υπερβολική ταχύτητα. Ο αστυνομικός μυρίζει αλκοόλ στην ανάσα του παπά και μετά βλέπει ένα άδειο μπουκάλι Ουΐσκι στο πάτωμα του αυτοκινήτου.

«Κύριε, έχετε πιει»; Ρωτάει ο αστυνομικός τον παπά.

«Μόνο νερό» απαντάει ο παπάς.

«Τότε, γιατί υπάρχει αυτή η έντονη μυρωδιά αλκοόλ»;

Ο παπάς σηκώνει το μπουκάλι το μυρίζει και ψιθυρίζει κάνοντας τον σταυρό του: «Θεέ μου, ΤΟ ΞΑΝΑΚΑΝΕ»!

===================================================

Μπαίνει ο Μάικ στο μπαρ της γειτονιάς του και ταραγμένος λέει στον Τσάρλι, τον μπάρμαν. «Βάλε μου ένα διπλό. Πάλι πλακωθήκαμε με τη κυρά μου»!

«Α, ναι»; ρωτάει ο Τσάρλι. «Και ποια ήταν η κατάληξη αυτή τη φορά»;

«Όταν τελειώσαμε» απαντάει ο Μάικ, «ήλθε προς τα εμένα γονατιστή, περπατώντας στα τέσσερα»!

«Αλήθεια;», απαντάει ο Τσάρλι, «Αυτό κι αν είναι αλλαγή! Και τι είπε»;

«.Είπε. βγες από κάτω από το κρεβάτι, παλιό κότα»!

===================================================

Ο Πάττον, έρχεται αργά το βράδυ σπίτι τρικλίζοντας, μετά από ακόμα μια βραδιά άγριας κρασοκατάνυξης με τον φίλο του τον Πάντυ. Βγάζει τα παπούτσια του για να μη ξυπνήσει τη γυναίκα του την Καθλίν.

Στις μύτες και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πάει προς τη σκάλα για το υπνοδωμάτιο στον πρώτο όροφο, αλλά στο πρώτο σκαλί κι όλα, περδικλώνεται. Προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του πιασμένος από την κουπαστή, το σώμα του αρχίζει να πέφτει προς τα πίσω και τέλος πέφτει με φόρα στον πισινό του! Μια μπουκάλα ουΐσκι που είχε στην κωλοτσέπη του, σπάζει σε χίλια κομμάτια κάνοντας το πέσιμο ακόμα πιο οδυνηρό.

Με κόπο συγκρατείται για να μην ουρλιάξει, πετάγεται επάνω, κατεβάζει τα βρακιά του και βλέπει στον καθρέφτη του χωλ ότι τα κωλομέρια του είναι καταμακελεμένα και αιμορραγούσαν! Κατάφερε να βρει ένα γεμάτο κουτί με «χάνσαπλαστ» κι αρχίζει να τα κολλάει όπου έβλεπε αίμα. Τελικά, όταν τελείωσε, έκρυψε το σχεδόν άδειο πλέον κουτί με τα «χάνσαπλαστ» και κουτσαίνοντας και βογκώντας ανέβηκε σιγά σιγά επάνω και έπεσε για ύπνο.

Το πρωί, ξύπνησε με αφόρητο πονοκέφαλο και τον πισινό του να πονάει και να τσούζει αφόρητα. Τότε βλέπει έντρομος την Καθλίν να στέκεται απέναντί του και να τον κοιτάζει έντονα και επιτιμητικά.

«Πάλι γύρισες λιώμα χτες το βράδυ, έτσι»; Του λέει αυστηρά.

«Πώς σου μπήκε αυτή η κακόβουλη ιδέα»; Διαμαρτυρήθηκε αυτός, όσο πιο πειστικά μπορούσε.

«Θα μπορούσε να είναι η ορθάνοιχτη εξώπορτα, ή μήπως τα σπασμένα γιαλιά από μπουκάλι στην αρχή της σκάλας; Ή μήπως οι σταγόνες αίματος παντού μες το σπίτι; Ίσως τα κατακόκκινα μάτια σου και το ότι βρωμάς αλκοόλ; Αλλά κυρίως . όλα αυτά τα «χάνσαπλαστ» κολλημένα στον καθρέφτη του χώλ»;


Από τον φίλο μας Πάνο

Δεν υπάρχουν σχόλια: